Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Συνεδρία 38: Μεταξύ Σφύρας και Άκμονος




Έξω βρέχει και εγώ έχω να πάω σε ένα συνέδριο, περίπου 200 μέτρα από το γραφείο. Αρκετά κοντά για να σκέφτεσαι να ανοίξεις ομπρέλα και αρκετά μακριά για να προλάβεις να γίνεις μούσκεμα και να παρουσιαστείς στο συνέδριο σαν άστεγος. Το θέμα του συνεδρίου ήταν η πολιτική βία και η δική μου συνεισφορά ήταν να καταγράψω το τι θα ειπωθεί για τη Συρία. Αυτό όμως που μου τράβηξε το ενδιαφέρον ήταν το debate για την Ουκρανία.

Στην Ελλάδα της κρίσης επικρατεί η άποψη ότι οι Ουκρανοί είναι κάτι πλανεμένοι άσχετοι που δε βλέπουν τι γίνεται στον Ευρωπαϊκό Νότο και θέλουν να μπουν στην ΕΕ, από τη μία. Από την άλλη, επικρατεί η θεώρηση (και όχι η θεωρία) ότι η ΕΕ είναι το ορθό πεπρωμένο όλων των κρατών που ανήκουν γεωγραφικά στην Ευρώπη. Αυτές οι απόψεις στηρίζονται σε μια πρακτική που εξάγει συμπεράσματα μόνο από ίδιες εμπειρίες. Στη γλωσσολογία αυτό ονομάζεται ‘πραγματική’ (pragmatics). Αναλύεται δηλαδή ένα μήνυμα που εκπέμπεται από 1 πομπό όπως αυτό εκλαμβάνεται και αναλύεται από διάφορους δέκτες. Είναι όμως λίγο πιο πολύπλοκα τα πράγματα, ειδικά όταν οι πομποί είναι πάνω από ένας.

Η Ουκρανία είναι μια μεγάλη σε έκταση χώρα. Εκτός από το Σεφτσένκο και τη Ρουσλάνα παράγει αρκετό ουράνιο, πολύ λιγνίτη και κάρβουνο, έχει μεγάλη παραγωγή σιτηρών και μετριοπαθή βότκα. Ιστορικά, ακροβατούσε μεταξύ Ανατολής και Δύσης, όχι όσο η Πολωνία, αλλά η χώρα ήταν χωρισμένη στα δύο. Από τσαρικό έδαφος σε Σοβιετική χώρα θα μου πείτε πότε είχε σχέση με τη Δύση; Κι όμως οι Ουκρανοί όπως και οι Πολωνοί θεωρούσαν για πολλά χρόνια εαυτούς έθνος χωρίς κράτος. Ότι πάντα βρισκόντουσαν κάτω από τη Ρωσική κυριαρχία, είτε με τη μορφή του Τσάρου, είτε με εκείνη της ΕΣΣΔ, ενώ στην πραγματικότητα θα έπρεπε να είναι πιο κοντά στις Γερμανικές χώρες. Έτσι, όταν οι Ναζί εισέβαλαν στην Ουκρανία, πάρα πολλοί Ουκρανοί τάχθηκαν με το πλευρό του άξονα και πολέμησαν με το πλευρό τους.

Οι Ρώσοι από την πλευρά τους θεωρούν από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου ότι αυτά τα εδάφη είναι το φυσικό στρατηγικό ανάχωμα της Ρωσίας εναντίον της Δύσης. Από τη Συνθήκη της Βεστφαλίας και μετά, ειδικά την περίοδο των Μεγάλων Δυνάμεων, η Ρωσία χρειαζόταν τέτοια αναχώματα για τη στρατηγική της ύπαρξη. Άλλωστε, η κεντρική αμυντική στρατηγική των Ρώσων όσον αφορά την επιβίωσή τους ήταν να δίνουν χώρο, δηλαδή έδαφος, ώστε να χρησιμοποιήσουν το χρόνο και τον καιρό υπέρ τους προετοιμαζόμενοι για τη μία, την καθοριστική μάχη. Το έκαναν με το Ναπολέοντα, το έκαναν και με τους Ναζί εξαιρετικά επιτυχημένα. Και στις δύο περιπτώσεις η προετοιμασία ήταν τόσο καλή που την αντεπίθεση των Ρώσων μπορούσε να ανακόψει μόνο μια συνθήκη ειρήνης. Πρακτικά, να τελειώσει και επίσημα ο πόλεμος. Ως εκ τούτου, οι Ρώσοι θεωρούν ότι η Ουκρανία είναι έδαφος της δικής τους σφαίρας επιρροής. Και ως μεγάλη δύναμη είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί αυτό της το δικαίωμα, χωρίς να ενδιαφέρεται για το τι επιθυμεί η ίδια η Ουκρανία.

Η ΕΕ από την πλευρά της φυσικά και θέλει την Ουκρανία στους κόλπους της. Όσο η ΕΕ έχει εκπέσει απλώς σε μια Ζώνη Ελευθέρου Εμπορίου, κάθε νέα αγορά με τόσο κόσμο είναι ευπρόσδεκτη. Επίσης, μια προσθήκη που δίνει στην ΕΕ πλεονέκτημα στις συζητήσεις που κάνει με τη Ρωσία στον τομέα της ενεργειακής ασφάλειας. Στο τελευταίο κομμάτι και οι ΗΠΑ θα έκαναν πάρτυ. Μια Ουκρανία έξω από τη Ρωσική ζώνη σημαίνει τεράστια συμβόλαια σε εξοπλιστικά και κατασκευές. Και φυσικά κάθε χτύπημα στους Ρώσους είναι ευπρόσδεκτο.

Πηγαίνοντας ξανά στην Ουκρανία, εδώ υπάρχει ένα μεγάλο δίλημμα με πολλά παρακλάδια. Η παραμονή στη Ρωσική σφαίρα επιρροής διατηρεί το ιστορικό συνεχές, αλλά είναι αντίθετο με αυτό το οποίο ονειρεύονται οι Ουκρανοί ως πεπρωμένο του έθνους τους (χωρίς να μπαίνουμε σε αναλύσεις ως προς αυτό, εξετάζεται το τι σκέφτονται οι ίδιοι). Αυτό έχει όμως και κάποια προνόμια, κυρίως ενεργειακά. Παρόλο που στο παρελθόν η Ρωσία έχει κλείσει δύο φορές τις στρόφιγγες του φυσικού αερίου, η τιμή στην οποία το προμηθεύεται η Ουκρανία είναι αστεία. Κάτι που εκνευρίζει πολύ τους Γερμανούς που παίρνουν το ίδιο αέριο σε πολύ υψηλότερη τιμή. Γι’ αυτό άλλωστε η ΕΕ έθεσε προαπαιτούμενο για την είσοδο της Ουκρανίας στην ΕΕ την αύξηση των τιμολογίων κατά περίπου 40%.

Για να το κάνουμε χειρότερο, μόλις προχθές η Ουκρανία πήρε δάνειο από τη Ρωσία ύψους περίπου έξι δις δολλαρίων για την ανανέωση των πυρηνικών αντιδραστήρων της. Για να γίνει αντιληπτό το ποσό, η Βρετανία διστάζει να ανακαινίσει ένα αντιδραστήρα και προτίθεται να κατασκευάσει καινούριο γιατί το κόστος ανακαίνισης υπερβαίνει τα δέκα δις στερλίνες. Οι Ρώσοι δίνουν έξι σε δολλάρια για τρεις αντιδραστήρες, ποσό που είναι τουλάχιστον ευκαιρία. Όμως αυτές οι προσφορές γίνονται υπό την προϋπόθεση ότι θα μείνουν υποτελείς της Μόσχας.

Η είσοδος στην ΕΕ θα έχει και μια παράπλευρη αλλαγή σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο. Η ΕΕ αντιπροσωπεύει τον… αντι-Ρωσισμό. Όσο η Ουκρανία διοικείται από την ίδια ολιγαρχία που είναι συνδεδεμένη με τα Ρωσικά συμφέροντα, κάθε μεταστροφή από αυτή τη γραμμική κυβερνητική πρακτική από τους πολίτες θεωρείται ευτυχία. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι οι Ουκρανοί δεν έχουν ζυγίσει καλά τις επιλογές, διότι η συζήτηση γίνεται σε λάθος βάση. Είναι τόσο μεγάλη η επιθυμία να ξεφορτωθούν την κυβερνώσα ολιγαρχία που δεν κοιτάνε τα υπέρ και τα κατά κάθε επιλογής. Έχουν μπει και σε ένα κυκεώνα πολιτικής βίας με αντιδράσεις στους δρόμους, με τη συνακόλουθη ακραία βία της αστυνομίας που έχει ως αποτέλεσμα νεκρούς. Και αυτό δε βοηθά την κουβέντα, τοποθετεί την Ουκρανία μεταξύ σφύρας και άκμονος.     

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Συνεδρία 37: Σ’ Αυτόν τον Κόσμο




Τον τελευταίο καιρό για επαγγελματικούς λόγους διάβασα ξανά κάποιες θεωρίες περί της σύνδεσης πολέμου και ηθικής. Επειδή η όλη ενασχόληση σχετιζόταν με ένα ετήσιο συνέδριο στο οποίο θα συμμετείχαν και ακαδημαϊκοί που έχουν ασχοληθεί με το φιλοσοφικό κομμάτι του φαινομένου του πολέμου, ανέτρεξα και σε κλασσικά κείμενα των Hobbes, Lock, Clausewitz, Schmitt, Howard, και Foucault.

Το κεντρικό ζήτημα που τελικά συζητήθηκε ήταν αν στις μέρες μας ισχύει η ρήση του Clausewitz, ότι ‘ο πόλεμος είναι απλώς η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα’, ή αν η Δύση του 21ου αιώνα επιβεβαιώνει το Foucault ότι ‘η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου στην εσωτερική διακυβέρνηση των κρατών’. Όλα κυλούσαν όπως συνήθως, δηλαδή διάφοροι ακαδημαϊκοί είχαν μιλήσει με σκοπό να στήσουν τη σημαία της θεωρίας που εκπροσωπούν πάνω στο λόφο και να την υπερασπιστούν μέχρι θανάτου, μέχρι που μίλησε ο Didier Bigo. Ο Γάλλος, από τους θεμελιωτές του securitization theory (το οποίο δε θα αναλύσω εδώ), έκανε μιαν εκτενή αναφορά στο ζήτημα της οικουμενικότητας (universality) των αξιών.

Υιοθετώντας μιαν ιστορική προσέγγιση, ο Bigo επιχειρηματολογούσε πάνω στην προσπάθεια κάθε φιλοσοφικής προσέγγισης να προσδώσει μια γενική, πανανθρώπινη και παγκόσμια ισχύ στους ισχυρισμούς της. Από την Αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, η Αλήθεια ήταν μία, είτε αυτή εκφραζόταν με φιλοσοφικούς Πλατωνικούς και Αριστοτελικούς όρους, είτε με το Ρωμαϊκό δίκαιο και εκτεινόταν στα όρια του (γνωστού) κόσμου. Το επόμενο στάδιο, στη διεκδίκηση της οικουμενικότητας ενός και μόνο αξιακού συστήματος ήταν η θρησκεία.

Η θρησκεία έχει το κοινό με τη φιλοσοφία ότι υποστηρίζει τη μία και μοναδική Αλήθεια. Ακόμα και φιλοσοφικές θεωρίες που αμφισβητούν τα πάντα, όπως ο σχετικισμός, αποδέχονται ότι υπάρχει μια γενική αλήθεια: ότι τα πάντα είναι σχετικά. Επίσης έχει το κοινό με το δίκαιο ότι εμπεριέχει ένα σύνολο κανόνων στους οποίους οι άνθρωποι οφείλουν να υπακούν. Οι θρησκείες αποτελούνται από δόγματα, τα οποία αντίθετα με τις θεωρίες δεν μπορούν να ανατραπούν. Δόγματα πανανθρώπινα, παγκόσμια και αληθή τα οποία υποστηρίζουν ότι οι πράξεις σε αυτή τη ζωή είναι απλώς μια δοκιμασία, οι ενδείξεις για την επόμενη, που αξιολογική κρίνεται σπουδαιότερη.
Δημιουργήθηκαν λοιπόν τα αντίστοιχα διοικητικά συστήματα που είχαν ως κέντρο την εκκλησία και κυβερνούσαν σύμφωνα με το δικό της αξιολογικό σύστημα. Η ζωή παρέμενε γραμμική, πράγμα που καταδεικνύεται καλύτερα από το θεσμό της ‘Ελέω Θεού Μοναρχίας’. Μέχρι που ο Διαφωτισμός κατέστρεψε τις γέφυρες των δύο κόσμων. Η διοίκηση επαναδιατυπώθηκε ως ένα σύνολο αποφάσεων και πράξεων ανθρώπων που κρίνουν με γνώμονα το συμφέρον (τους). Τα αντικρουόμενα συμφέροντα δημιούργησαν την έννοια της πολιτικής, που ορίζεται από την κρίση, τον Ορθό Λόγο. Μόνο που ο ορθολογισμός αναδεικνύεται σε παγκόσμια, οικουμενική αξία άσκησης πολιτικής επίσης. Ως εκ τούτου, καταλαμβάνει τη θέση δόγματος, περιοριζόμενος βέβαια, μοναχά σε αυτόν τον κόσμο.

Οι διάφορες πολιτικές θεωρίες που αναπτύχθηκαν από το 17ο αιώνα και μετά, μπορεί μεν να αποτελούν ένα πλέγμα αξιών και δράσεων, όμως λειτουργούν υπό το δόγμα του ορθολογισμού. Το περίεργο είναι ότι, αν και θεωρίες, αρκετές έχουν τελολογικό χαρακτήρα και στην πρακτική τους λειτουργούν ως δόγματα. Ο φιλελευθερισμός διεκδικεί την παγκοσμιότητά του από την εποχή του Adam Smith και πολλοί θιασώτες του έσπευσαν να την πανηγυρίσουν με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Ο κουμμουνισμός από τη μεριά του αναφέρεται σε ‘παγκόσμια επανάσταση’ και εμπεριέχει πολλά στοιχεία οικουμενικότητας. Θεωρίες που ζητάνε πίστη από τους απολογητές τους και δομούν συστήματα στην ολότητά τους.

Και αν ο κουμμουνισμός είναι η μόνη θεωρία που αποκηρύττει τη θρησκεία, ο φιλελευθερισμός, η σοσιαλδημοκρατία και οι υπόλοιπες δεν την απορρίπτουν, αφού ασχολούνται με δύο διαφορετικούς κόσμους. Η πολιτική με αυτόν και η θρησκεία με τον άλλο. (Σημ. η Αναρχία δεν αναφέρεται διότι ο Bigo ασχολήθηκε μόνο με θεωρίες που σκοπεύουν να ασκήσουν διοίκηση σε έναν κρατικό μηχανισμό). Τα αξιακά συστήματα όμως πολιτικών θεωριών και θρησκειών δε συμπίπτουν απαραίτητα (αρκετά συχνά σημειώνω εγώ) και δημιουργούνται τριβές και ενίοτε συγκρούσεις. Αυτό συμβαίνει διότι α) η εκκλησία αποτελεί θεσμό που διεκδικεί τα συμφέροντά της σε αυτόν τον κόσμο και β) οι σύγχρονες κοινωνίες δεν έχουν ακόμα αποκοπεί πλήρως από την ποιμενική λογική της εκκλησιαστικής διοίκησης. Το δεύτερο έχει ως αποτέλεσμα κομμάτια του πληθυσμού να αξιολογούν σπουδαιότερα την επόμενη ζωή από αυτήν. Επειδή αυτά τα κομμάτια του πληθυσμού στις Δυτικές κοινωνίες μεταφράζονται σε ψήφους, η πολιτική προσπαθεί να τα προσελκύσει, υποχωρώντας ή ταυτιζόμενη με την ατζέντα της εκκλησίας, όπως έκαναν τα φασιστικά ή κάνουν να νέο-φασιστικά κόμματα στην Ευρώπη.

Ο Bigo συνέχισε αναλύοντας πράγματα για στα οποία θα αναφερθώ σε ένα άλλο post, όπως την αλλαγή της έννοιας της ασφάλειας και τη διαστρέβλωσής της, όπως και για τη ρητορική δημιουργία ζητημάτων ασφαλείας. Αυτό που ενδιαφέρει όμως είναι ότι κατέληξε σε μια παρατήρηση που έχει κάνει ο Giorgio Agamben πάνω στο σύγχρονο κόσμο: Οι πολώσεις στο Δυτικό κόσμο τα τελευταία δέκα χρόνια (σημ. η δήλωση έγινε το 2010), δείχνουν ότι ο Foucault είχε παρατηρήσει σωστά ότι πολεμικές πρακτικές έχουν μεταφερθεί στο εσωτερικό των κρατών της φιλελεύθερης δημοκρατίας και ασκούνται μεταξύ εκείνων των ομάδων που κέρδισαν και εκείνων που έχασαν τις κοινωνικές μάχες. Έχει επίσης δίκιο ότι η βίο-πολιτική, το δικαίωμα δηλαδή της ζωής και εκείνο του να αφήσεις κάποιον να πεθάνει, δημιουργεί μιαν αντίρροπη νέκρο-πολιτική. Αυτό που δεν είδε ο Foucault είναι ότι την τελευταία την καπηλεύεται ακόμα η εκκλησία. Όχι η ατομική πίστη του καθενός, αλλά η εκκλησία ως θεσμός. Η πολιτική λειτουργεί ανάμεσα σε δύο σφαίρες: αυτή των χειρονομιών και εκείνη της διαλεκτικής. Η πρώτη αποτελεί το πραγματικό της πεδίο, το χώρο στον οποίο μπορεί να δράσει. Η δεύτερη στο επίπεδο της ίδιας πολιτικής έχει χρεοκοπήσει και πλέον βρίσκεται σε μια διαλεκτική με την εκκλησία. Φοβάμαι ότι η σύνθεση θα είναι ο Homo Sacer, ο Ιερός Άνθρωπος, όχι επειδή θα προστατεύεται η ζωή των όντων ως κάτι ιερό σε αυτή τη ζωή, αλλά διότι θα μαρτυρήσουν για την επόμενη.

Έτσι λοιπόν είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ο πρόεδρος ενός κόμματος είναι άθεος. Δε θα μπορέσει να οδηγήσει το ποίμνιο από αυτή τη ζωή στην επόμενη. Έτσι δε χρειάζεται να ακούσουμε τις προτάσεις των κομμάτων, να διαβάσουμε το πρόγραμμά τους, να κρίνουμε τους εκπροσώπους τους. Τί πολιτική είναι αυτή που περιορίζεται σ' αυτόν τον κόσμο;   

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Συνεδρία 36: Ένα τραγούδι για το χειμώνα





Αντίθετα με την άνοιξη και το καλοκαίρι που είναι χιλιοτραγουδισμένες εποχές, ο χειμώνας ζει στην παρανομία του πενταγράμμου. Για καλή του τύχη υπάρχουν μέσα του, από διαστροφή εκείνων που τοποθέτησαν χρονικά τις γιορτές, μερικά από τα πιο σημαντικά σημεία της περιοδικότητας του χρόνου. Έτσι υπάρχουν μερικά άσματα να υμνήσουν Χριστούγεννα και νέο έτος, αλλά για το χειμώνα δεν. Οι εραστές του χειμώνα ζουν στο περιθώριο του κοινωνικά αποδεκτού.

Στο ίδιο περιθώριο βρίσκονται και άλλες ομάδες του πληθυσμού, όπως οι ομοφυλόφιλοι. Και αν στις Δυτικές κοινωνίες η παρουσία τους έχει αρχίσει να γίνεται αποδεκτή (όχι πλήρως, ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή) στα σπορ αυτό ακόμα παραμένει taboo, ακόμα και στις πιο απελευθερωμένες κοινωνίες όπως αυτές της Βρετανίας και της Γερμανίας. Η πρόσφατη περίπτωση του Thomas Hitzlsperger έφερε στο προσκήνιο ξανά αυτό το taboo μεταξύ ομοφυλοφιλίας και αθλητισμού. Είναι όμως έτσι απλά τα πράγματα;

Στις κοινωνικές επιστήμες εδώ και περίπου 60 χρόνια γίνεται μια βασική διάκριση στην ανάλυση. Έχω ξαναπεί για την έλλειψη φαντασία των Ελλήνων μεταφραστών όσον αφορά έννοιες που δημιουργήθηκαν μετά την αρχαία Ελλάδα. Έτσι έχουν μεταφράσει τα sex και gender ως ‘φύλο’ και τα δύο. Για να κάνω ξεκάθαρο αυτό που θέλω να πω αναγκαστικά θα χρησιμοποιήσω τους Αγγλικούς όρους. Το sex δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην ερωτική πράξη, αλλά στη διάκριση μεταξύ άντρα και γυναίκας, με φυσιολογικούς, ανατομικούς όρους. Είναι το πώς γεννιέται κανείς, τι σωματικά, ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά φέρει. Το gender αναφέρεται στη διάκριση αρσενικού-θηλυκού. Έχει να κάνει με την ψυχολογία, τον αυτοπροσδιορισμό του ατόμου και τη σεξουαλικότητά του. Τα δύο μπορεί να συμπίπτουν, μπορεί και όχι.

Το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας στον αθλητισμό και κυρίως τον ομαδικό (όχι απαραίτητα όπως θα εξηγήσω παρακάτω) έχει να κάνει με το gender και όχι με το sex. Τα ομαδικά αθλήματα επαφής, όπως είναι το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το rugby έχουν ως βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία που το συλλογικό ασυνείδητο έχει συνδέσει με τις αρσενικές αξίες. Αξίες όμως η ρώμη, η δύναμη, η αντιπαλότητα, η επιθετικότητα έχουν ταυτιστεί με τον άντρα. Έτσι το αντιλαμβάνεται και το κοινό, πράγμα που φαίνεται ξεκάθαρα από τη δημοφιλία που έχουν τα γυναικεία τμήματα των αθλημάτων που ανέφερα παραπάνω. Κάτι που δε συμβαίνει στα ομαδικά αθλήματα που δεν έχουν σωματική επαφή, όπως το βόλεϊ, ή τα ατομικά, όπου η εξαιρετική αθλήτρια έχει το ίδιο status με τον εξαιρετικό αθλητή.

Το ζήτημα περιπλέκεται περισσότερο επειδή ο αθλητισμός από τη δεκαετία του 1980 και μετά λειτουργεί με όρους της βιομηχανίας του θεάματος. Το κοινό πηγαίνει στα γήπεδα για να δει μάχες. Παίχτες να χτυπιούνται, να αγωνίζονται, να ματώνουν. Η αρρενωπότητα είναι τόσο καταλυτική που τα μειωτικά συνθήματα για τους αντιπάλους παίχτες, διοικούντες και οπαδούς παίζουν πολύ με το πόσο ‘άντρες’ δεν είναι. Φυσικά, όταν δεν αναφέρονται στον επαγγελματικό προσδιορισμό των μανάδων τους. Ως αποτέλεσμα, ο ομοφυλόφιλος παίχτης επιβεβαιώνει όλον αυτόν το χλευασμό. Η ομάδα του κατευθείαν θα φέρει την ταμπέλα των ‘φλώρων’, ‘gays’, κτλ επειδή θα τον έχει στο ρόστερ της. Για να κάνει καριέρα, πρέπει να παραμείνει σιωπηλός, διότι αυτό απαιτεί η βιομηχανία, το κοινό.

Όσο μεγαλύτερη είναι η δημοφιλία του αθλήματος τόσο πιο δύσκολο γίνεται για τον ομοφυλόφιλο παίχτη να μην προσποιείται ή να κρύβεται. Εκτός αν είναι τόσο αδιάφορος γι’ αυτό ή τόσο μεγάλο αστέρι στο άθλημά του που μια τέτοια δημόσια παραδοχή δε θα θέσει σε κίνδυνο την καριέρα του. Ο παίχτης του rugby Ben Cohen είχε δηλώσει ότι είναι ομοφυλόφιλος όσο ήταν ακόμα παίχτης και όχι μετά την αποστρατεία του, όπως έχουν κάνει οι περισσότεροι, περιλαμβανομένου και του Hitzlsperger. Όμως ο Cohen (έχει σταματήσει από το 2012) ήταν ο καλύτερος παίχτης του κόσμου στο άθλημά του. Ήταν ήδη φτασμένος και η οποιαδήποτε τέτοια δήλωση δε θα έθετε σε κίνδυνο την καριέρα του. Ο καλύτερος κάνει ότι θέλει. Αντίθετα ο Ουαλός Gareth Thomas ανακοίνωσε ότι είναι gay λίγους μήνες πριν τελειώσει την καριέρα του, ενώ είχε παντρευτεί (γυναίκα) και είχε και ένα παιδί. Μάλιστα στη δήλωσή του επέμενε ότι είναι πρώτα από όλα άνθρωπος και ‘Μακάρι να μην ήμουν ομοφυλόφιλος’. Το image φυγείν αδύνατον και δεν ήταν και κακός παίχτης.

Και πάμε τώρα στο hard core παράδειγμα. Από μικροί τα αγοράκια πλακωνόμασταν στη γειτονιά, στην αλάνα, στην αυλή του σχολείου, κτλ για να επιβληθούμε. Αυτή η νοοτροπία του Alpha-male περικλείεται ολοκληρωτικά στο άθλημα της πυγμαχίας. Ο Πορτορικανός boxer Orlando Cruz, δήλωσε ανοικτά ότι είναι gay και μάλιστα ανακοίνωσε και ημερομηνία γάμου με τον εκλεκτό της καρδιάς του. Ο ίδιος έχει δεχτεί πολλές σεξιστικές επιθέσεις από το κοινό γι’ αυτό και ουσιαστικά έχει κατευθύνει το dirty talking των αντιπάλων του. Όμως ξαφνικά ήταν δύσκολο να βρει αντιπάλους, διότι α) κανείς δεν ήθελε να χτυπήσει μια αδερφή και β) κανείς δεν άντεχε να χάσει στο ξύλο από μια αδερφή. Τότε θα καταστρέφονταν η καριέρα του straight! Δύσκολη η εξίσωση για τη show-biz.

Τα παραπάνω όμως καταδεικνύουν ότι η δημοσιοποίηση της ομοφυλοφιλίας του Hitzlsperger δεν ήταν πράξη γενναιότητας όπως γράφτηκε στον τύπο. Όσο κινδύνευε η καριέρα του από μια τέτοια δημόσια δήλωση προτίμησε να παραμείνει σιωπηλός. Το ότι έκρινε με βάση το συμφέρον του δεν είναι κακό, αλλά δεν τον μετατρέπει σε γενναίο. Προτίμησε να κρύβει αυτήν την πλευρά του εαυτού του από τη δημόσια σφαίρα και να παρουσιάζει μόνο ότι έχει να κάνει με το γήπεδο καθεαυτό. Ειλικρινά, θα προτιμούσα το ποδόσφαιρο, που τόσο αγαπώ, να μη λειτουργούσε με όρους show-biz. WAGs και λοιπές αηδίες να παραμένουν στην αφάνεια. Όμως δεν είναι έτσι και ο κάθε παίχτης πρέπει να ζυγίζει τις δηλώσεις που μπορεί να του καταστρέψουν την καριέρα. Και μέσα σε αυτές είναι και η παραδοχή της ομοφυλοφιλίας, που στην πραγματικότητα είναι παντελώς άσχετη με τις τεχνικές και τακτικές ικανότητες που απαιτεί το άθλημα. Ακόμα και με τις σωματικές, διότι το σώμα εμπίπτει στο sex και όχι στο gender. Όμως μόνο ο Cruz είχε την τόλμη, όταν ήταν ακόμα χειμώνας, να πει ένα τραγούδι για το χειμώνα.      

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Συνεδρία 35: Σαν Φως




Τα Θεοφάνεια κλείνουν την περίοδο των γιορτών που διαρκεί δύο εβδομάδες, κατά τας γραφάς. Και αν η Πρωτοχρονιά μπήκε από σπόντα στο θρησκευτικό ιντερλούδιο των ημερών για εμπορικούς λόγους, οι άλλες δύο γιορτές διατηρούν το θρησκευτικό τους περιτύλιγμα. Βέβαια, τα Φώτα αποτελούσαν πάντα μια ξεθυμασμένη γιορτή, τοποθετημένα στην ουρά των διακοπών, που ουσιαστικά τα μετέτρεπε σε ορόσημο της επιστροφής στην καθημερινότητα.

Για πολλά χρόνια έσπαγα το κεφάλι μου να καταλάβω για ποιο διαολεμένο λόγο η Πρωτοχρονιά γιορτάζεται την 1η Ιανουαρίου. Με την επιστημονική βλακεία που με δέρνει έψαξα ότι οι αρχαίοι πολιτισμοί μετρούσαν την περιοδικότητα των εποχών, την οποία είχαν ονομάσει ‘έτος’ ή ‘χρόνο’ πιο φυσιολογικές ημερομηνίες. Η φθινοπωρινή ισημερία έρχεται Νο1 στις προτιμήσεις των αρχαίων πολιτισμών ως ορόσημο του νέου έτους και ακολουθεί το θερινό ηλιοστάσιο. Η πρώτη καταγεγραμμένη ιστορικά γιορτή Πρωτοχρονιάς μας έρχεται από τους αρχαίους Βαβυλώνιους το 2000 π.Χ. που γιόρταζαν το νέο έτος με την πρώτη σελήνη μετά την εαρινή ισημερία. Το πρόβλημα όμως δημιουργήθηκε όταν έγινε η καταλογογράφηση των ημερών στο Ιουλιανό και το Γρηγοριανό ημερολόγιο, τα ηλιοστάσια και οι ισημερίες έπεφταν σε ημερομηνίες μέσα στους μήνες.

Το πρόβλημα λύθηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα το 46π.Χ. που συνδύασε το λανσάρισμα του ημερολογίου του με τις πολύ σημαντικές γιορτές για τους Ρωμαίους προς τιμήν του Θεού Ιανού και την ορκωμοσία των νέων υπάτων της Συγκλήτου, που γινόταν την 1η Ιανουαρίου. Από εκεί προκύπτει και η παράδοση του ξέφρενου γλεντιού (ενδεχομένως και των οργίων, των λουκούλλειων γευμάτων, του double-dot και λοιπών Ρωμαϊκών οργιακών παραδόσεων). Με την έλευση του Χριστιανισμού και με την ηθική που αυτός επέβαλε η ημερομηνία άλλαξε πάλι και μεταφέρθηκε το 146μ.Χ. την 25η Μαρτίου, συνδυαζόμενη με τον Ευαγγελισμό (δεν υπάρχει το σχίσμα ακόμα). Η 1η Ιανουαρίου επανέρχεται ως ημέρα εορτασμού του νέου έτους από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄ (ναι αυτόν με το ημερολόγιο). Μετά το σχίσμα η 25η Μαρτίου ήταν μια ημερομηνία κενή περιεχομένου για τους Καθολικούς, καθώς γιορτάζουν την άμωμο σύλληψη στις 8 Δεκεμβρίου. Έτσι ο Gregorio επιστρέφει στη Ρωμαϊκή παράδοση και τον Ιούλιο Καίσαρα, τον οποίο άλλωστε διορθώνει όσον αφορά το ημερολόγιο. Βρισκόμαστε στα μέσα του 16ου αιώνα. Από τότε και καθώς τα Χριστιανικά κράτη έκαναν τον κόσμο να γυρίζει στο ρυθμό τους επεβλήθη αυτή η ημερομηνία ως ορόσημο του νέου έτους. Βέβαια, διαφορετικοί λαοί και θρησκείες γιορτάζουν τις δικές του Πρωτοχρονιές. Για την ακρίβεια γιορτάζουν και τις δικές τους Πρωτοχρονιές, δηλαδή κάνουν δύο πάρτυ το χρόνο για το νέο χρόνο.

Η Πρωτοχρονιά όμως ήταν η μόνη από τις τρεις γιορτές που συνδυαζόταν με ξεφάντωμα. Οι άλλες δύο υποτίθεται ότι ήταν θρησκευτικές, και το μόνο που συνέβαλε στην ιεροτελεστία ήταν τα προκαθορισμένα εδέσματα που στόλιζαν το τραπέζι. Η εμπορευματοποίηση των Χριστουγέννων εδώ και έναν αιώνα περίπου απογύμνωσαν τη γιορτή από την όποια θρησκευτικότητα και τα Φώτα πάντα ήταν ο φτωχός συγγενής των εορτών. Μπορεί ο ίδιος να μην είμαι πιστός, αλλά ειλικρινά δεν έχω αποφασίσει αν μου τη δίνει περισσότερο ο θρησκευτικός δογματισμός με τις υστερικές φωνές για εγκράτεια και επιστροφή στον ‘ενάρετο δρόμο’ ή η υπέρ-εμπορευματοποίηση και η ψευδεπίγραφη χαρά που συνοδεύουν τα Χριστούγεννα.

Όσο περνούν τα χρόνια τελικά νοσταλγώ τα Χριστούγεννα στο χωριό. Πιστεύω ότι αντίθετα με το Πάσχα που στην επαρχία έχει άλλη, πιο πραγματική, χάρη, τα φώτα των Χριστουγέννων συνδυάζονται με τα φώτα των πόλεων. Όμως, μέχρι τις πανελλήνιες εγώ τα πέρναγα στο χωριό διότι ήταν η περίοδος συγκομιδής των ελιών και τις μέρες που δεν είχαμε σχολείο και ο πατέρας μου δε δούλευε μαζεύαμε ελιές. Τότε τα Χριστούγεννα τα μισούσα. Ήταν μια ταλαιπωρία σωματική και πνευματική. Δεν ένιωσα ποτέ αυτό το ηλίθιο ‘τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά’ και δεν μπορούσα να καταλάβω τους συμμαθητές μου. Εγώ έπρεπε μετά από καταπόνηση ωρών στο χωράφι να καθίσω να κάνω τις εργασίες για σχολείο και γλώσσες που ήταν τραγικά υπερφορτωμένες επειδή ‘είχαμε χρόνο στις γιορτές’. Τα Φώτα τότε ήταν μια λύτρωση. Το σημάδι της επιστροφής στη ρουτίνα του σχολείου. Σε δύο βδομάδες θα είχε ξεπρηστεί ο ώμος μου και τα χέρια μου και όλα θα ήταν ξανά νορμάλ.

Υπήρχε βέβαια το τελευταίο ενσταντανέ με το Σταυρό. Εκεί που παραβιάζοντας κάθε Χριστιανική λογική αδελφοσύνης και ομόνοιας ένα μυστήριο μετατρεπόταν σε άθλημα. Λατρεύω τη θάλασσα και κολυμπάω όλες τις εποχές. Όμως ακόμα και πριν απομακρυνθώ από την εκκλησία για Σταυρό δε βούτηξα ποτέ. Ο ανταγωνισμός του ‘ποιος θα πιάσει πρώτος το Σταυρό’ κλώτσαγε περισσότερο από εννιαμηνίτικο έμβρυο. Αυτό είναι αθλητισμός, όχι τελετή. Ο πατέρας μου έμεινε με τον καημό ότι τόσα χρόνια στο κολυμβητήριο δε βούτηξα ποτέ, και εγώ με την ικανοποίηση ότι δε συμμετείχα σε αυτόν τον τραγέλαφο.

Για μένα εδώ και πολλά χρόνια η γιορτή ήταν η Πρωτοχρονιά. Βρισκόταν στη μέση και ήταν η μη θρησκευτική, η ορφανή από το πατρονάρισμα της εκκλησίας κοσμική γιορτή. Τα Χριστούγεννα και τα Φώτα είναι για τους πιστούς, η Πρωτοχρονιά για όλους σκεφτόμουν. Τελικά είναι για λιγότερους από όσους νόμιζα. Το νέο, το άγνωστο τρομάζει πια περισσότερο και δεν αντιμετωπίζεται με ελπίδα. Όχι αβάσιμα, γι’ αυτό κι εγώ επιστρέφω στο γεμάτο μένος παιδί που έβλεπε το τέλος των διακοπών ως λύτρωση από ένα μαρτύριο, καθώς θα επέστρεφε στην καθημερινότητα που ήξερε. Δεν ήταν το άγνωστο και η ελπίδα του νέου έτους που με γαλήνευε, αλλά η γνώση του τι θα αντιμετωπίσω στο σχολείο και στο φροντιστήριο. Μέσα στην παράδοξη παραδοχή ότι το τετριμμένο λάμπει στην άκρη του τούνελ σαν φως.